γκόμενος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο γκόμενος οι γκόμενοι
      γενική του γκόμενου των γκόμενων
    αιτιατική τον γκόμενο τους γκόμενους
     κλητική γκόμενε γκόμενοι
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γκόμενος < είτε από το γκόμενα, είτε από την ιταλική gommeno

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γκόμενος αρσενικό

  1. (λαϊκό ή χυδαίο) αυτός με τον οποίο , κάποια/ος έχει ερωτικές σχέσεις
  2. (λαϊκό ή χυδαίο) ο ωραίος άντρας

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη γκόμενα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]