γκόμενος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γκόμενος γκόμενοι
γενική γκόμενου γκόμενων
αιτιατική γκόμενο γκόμενους
κλητική γκόμενε γκόμενοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γκόμενος < είτε από το γκόμενα, είτε από την ιταλική gommeno

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γκόμενος αρσενικό

  1. (λαϊκό ή χυδαίο) αυτός με τον οποίο , κάποια/ος έχει ερωτικές σχέσεις
  2. (λαϊκό ή χυδαίο) ο ωραίος άντρας

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη: γκόμενα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]