Μετάβαση στο περιεχόμενο

γκόμενος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο γκόμενος οι γκόμενοι
      γενική του γκόμενου των γκόμενων
    αιτιατική τον γκόμενο τους γκόμενους
     κλητική γκόμενε γκόμενοι
Κατηγορία όπως «αντίλαλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γκόμενος < είτε από το γκόμενα,[1] είτε από την ιταλική gommeno  δείτε περισσότερα στο γκόμενα

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈɡo.me.nos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: γκόμενος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γκόμενος αρσενικό (θηλυκό γκόμενα)

  1. (λαϊκότροπο, οικείο) ερωτικός σύντροφος, αυτός με τον οποίο, κάποια/ος έχει ερωτικές σχέσεις
     δείτε και τις λέξεις εραστής και ερωμένος
  2. (λαϊκότροπο, οικείο) ο ωραίος άντρας
      Περπατημένος, γκόμενος, διανοούμενος, χαρισματικός, δαιμόνιος, ζωηρός, εξωστρεφής, αλητάμπουρας τότε, «μεταμοντέρνος κύριος» τώρα, με τρόπους καλής κοινωνίας, μελετημένους ενδελεχώς (Αλέξης Σταμάτης, Κυριακή, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
     δείτε και τη λέξη παίδαρος

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)