Μετάβαση στο περιεχόμενο

γκόμενος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο γκόμενος οι γκόμενοι
      γενική του γκόμενου των γκόμενων
    αιτιατική τον γκόμενο τους γκόμενους
     κλητική γκόμενε γκόμενοι
Κατηγορία όπως «αντίλαλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γκόμενος < είτε από το γκόμενα,[1] είτε από την ιταλική gommeno → δείτε περισσότερα στο γκόμενα

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈɡo.me.nos/
τυπογραφικός συλλαβισμός : γκό‐με‐νος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γκόμενος αρσενικό (θηλυκό γκόμενα)

  1. (λαϊκότροπο, οικείο) ερωτικός σύντροφος, αυτός με τον οποίο, κάποια/ος έχει ερωτικές σχέσεις
    ※  «Ο λόγος που δεν έχει γκόμενα είναι ότι έχει γκόμενο» ... «Τι;», «Πως;», «Αποκλείεται!», «Μήπως είναι ιδέα σου;», «Ο Ερρίκος; Αφού ήταν πάντα ο κλασικός μουνάκιας!». (Αύγουστος Κορτώ, Το σεξ και πώς να το αποφύγετε, εκδ. Πατάκης, 2024)
    → δείτε και τις λέξεις εραστής και ερωμένος
  2. (λαϊκότροπο, οικείο) ο ωραίος άντρας
    ※  Περπατημένος, γκόμενος, διανοούμενος, χαρισματικός, δαιμόνιος, ζωηρός, εξωστρεφής, αλητάμπουρας τότε, «μεταμοντέρνος κύριος» τώρα, με τρόπους καλής κοινωνίας, μελετημένους ενδελεχώς (Αλέξης Σταμάτης, Κυριακή, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
    → δείτε και τη λέξη παίδαρος

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ↑ Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)