hunk

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
hunk hunks

hunk (en)

  1. (για αντικείμενο μεγάλου όγκου) κομματάρα
    a plate with a hunk of meat - ένα πιάτο με μια κομματάρα κρέας
     συνώνυμα: chunk
  2. (ανεπίσημο) κούκλος (για άντρες)
    παράγωγα: hunky