αγαπητικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγαπητικός < αγάπη + -τ- + -ικός (πιθανώς από το αγαπήσω όπου το σ γίνεται τ όπως νεύρωση > νευρωτικός)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αγαπητικός αγαπητική αγαπητικό
γενική αγαπητικού αγαπητικής αγαπητικού
αιτιατική αγαπητικό αγαπητική αγαπητικό
κλητική αγαπητικέ αγαπητική αγαπητικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αγαπητικοί αγαπητικές αγαπητικά
γενική αγαπητικών αγαπητικών αγαπητικών
αιτιατική αγαπητικούς αγαπητικές αγαπητικά
κλητική αγαπητικοί αγαπητικές αγαπητικά

αγαπητικός, -ή, -ό

αγαπητική σχέση







Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αγαπητικός αγαπητικοί
γενική αγαπητικού αγαπητικών
αιτιατική αγαπητικό αγαπητικούς
κλητική αγαπητικέ αγαπητικοί

αγαπητικός αρσενικό, (αγαπητικιά θηλυκό)

  1. ο αγαπημένος, αυτός με τον οποίο κάποια έχει σχέση
  2. ο εραστής
  3. (παρωχημένο) αυτός που ζει εκμεταλλευόμενος χρηματικά τις γυναίκες
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: προαγωγός

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]