ράντζο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ράντζο ράντζα
γενική ράντζου ράντζων
αιτιατική ράντζο ράντζα
κλητική ράντζο ράντζα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ράντζο < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ράντζο ουδέτερο και ράντσο

  1. κρεβάτι που μπορεί κάποιος να το διπλώσει για να το μετακινήσει εύκολα
  2. (ειδικότερα) πτυσσόμενο κρεβάτι, με συγκεκριμένο σχεδιασμό, που έχει βάσεις από ξύλο και αρκετά ισχυρό πανί πάνω στο οποίο μπορεί κάποιος να ξαπλώσει
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα κρεβάτι εκστρατείας
  3. (ειδικότερα) κάθε κρεβάτι σε νοσοκομείο που δεν βρίσκεται σε συγκεκριμένη θέση αλλά χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις αυξημένης έκτακτης εισαγωγής ασθενών και συνήθως τοποθετείται στους διαδρόμους
  4. κτηνοτροφικό αγρόκτημα στις Η.Π.Α.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]