camp

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

camp< αρχαία γαλλική < λατινική campus

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

camp (en)

  1. στρατόπεδο (και μεταφορικά)
    military camp
    concentration camp - στρατόπεδο συγκέντρωσης
    the board is divided into two camps - το διοικητικό συμβούλιο χωρίστηκε σε δύο στρατόπεδα
  2. καταυλισμός, κατασκήνωση
    refugee camp - στρατόπεδοκαταυλισμός) προσφύγων
    a summer camp for children - καλοκαιρινή παιδική κατασκήνωση

Ρήμα[επεξεργασία]

camp (en)

Σύνθετα[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
camp camps

camp (fr) αρσενικό

  1. ο καταυλισμός, η κατασκήνωση
  2. η παράταξη



Καταλανικά (ca) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

camp (ca)