Μετάβαση στο περιεχόμενο

αγρός

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἀγρός

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αγρός οι αγροί
      γενική του αγρού των αγρών
    αιτιατική τον αγρό τους αγρούς
     κλητική αγρέ αγροί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Αγρός το καλοκαίρι, Βέλγιο.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αγρός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀγρός[1][2] < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂éǵros[3].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /aˈɣɾos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αγρός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αγρός αρσενικό (γεωπονία)

  1. έκταση γης που καλλιεργείται
     συνώνυμα: χωράφι
    < υπώνυμα: αμπελώνας, ελαιώνας, ορυζώνας
  2. (στον πληθυντικό) αγροί: περιοχή όπου βρίσκονται χωράφια
      Διονύσιος Σολωμός, Ὕμνος εἰς τὴν Ελευθερίαν, στροφή 51.
    Τόσα πέφτουνε τὰ θερι-
    σμένα ἀστάχια εἰς τοὺς ἀγρούς·
    σχεδὸν ὅλα ἐκειὰ τὰ μέρη
    ἐσκεπάζοντο ἀπ' αὐτούς.

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. αγρός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. αγρός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
  3. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.