ager

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

δεύτερο συνθετικό ουσιαστικών[επεξεργασία]

...-ager

  • που ζει σε συγκεκριμένη περίοδο πχ stone-ager προϊστορικός άνθρωπος

Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ager < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂éǵros. Συγγενές με τα αρχαία ελληνική ἀγρός, (σανσκριτικά) अज्र (ájra) και (αγγλοσαξονικά) æcer (αγγλικά: acre)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /'a.ger/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ager (la) αρσενικό

Κλίση[επεξεργασία]

αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική ager agrī
γενική agrī agrōrum
δοτική agrō agrīs
αιτιατική agrum agrōs
κλητική ager agrī
αφαιρετική agrō agrīs
(β' κλίση)



Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ager (ro)