acre

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : âcre

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

{(ουσιαστικό|en}}[επεξεργασία]

acre (en)

  1. έικρ, βρετανικό εκτάριο
  2. (μεταφορικά) πάρα πολύ, κάτι τεράστιο



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

acre 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
acre acres

acre (fr) αρσενικό



Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

acre (it)

  1. στυφός