ἀγρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀγρός < πολύ πιθανόν από το ἄγω όπως και η ἄγρα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἀγρός αρσενικό

  1. ο αγρός
  2. η ύπαιθρος, η εξοχή

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]