ἀγρονόμος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀγρονόμος < ἀγρός και νέμω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἀγρονόμος αρσενικό & ἀγρόνομος

  • ο άρχων των Αθηνών που είχε την εποπτεία των γαιών που ανήκαν στην πολιτεία
Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ ἀγρονόμος τὸ ἀγρονόμον οἱ, αἱ ἀγρονόμοι τὰ ἀγρονόμα
Γενική τοῦ, τῆς ἀγρονόμου τοῦ ἀγρονόμου τῶν ἀγρονόμων τῶν ἀγρονόμων
Δοτική τῷ, τῇ ἀγρονόμῳ τῷ ἀγρονόμῳ τοῖς, ταῖς ἀγρονόμοις τοῖς ἀγρονόμοις
Αιτιατική τὸν, τὴν ἀγρονόμον τὸ ἀγρονόμον τοὺς, τὰς ἀγρονόμους τὰ ἀγρονόμα
Κλητική ἀγρονόμε ἀγρονόμον ἀγρονόμοι ἀγρονόμα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἀγρονόμω
Γενική-Δοτική ἀγρονόμοιν


Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ἀγρονόμος,ος,ον

  1. αυτός που νέμεται τους αγρούς (π.χ. νύμφες, κτηνοτρόφοι)
    • ἀγρονόμοι βοτῆρες (κτηνοτρόφοι που νέμονται την αγροτική γη)
  2. ο άγριος
  3. αυτός που επιτρέπει την κτηνοτροφία (π.χ. μεγάλη αυλή)