ἀγροτήρ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀγροτήρ < ἀγρός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἀγροτήρ αρσενικό (θηλυκό ἀγρότειρα, το οποίο χρησιμοποιείται και ως επίθετο)

  1. ο αγρότης, ο τραχύς
  2. ο αγροτικός, ο χωριάτικος, που βρίσκεται στον αγρό
    Ἀγαμέμνονος ὦ κόρα, ἤλυθον, Ἠλέκτρα, ποτὶ σὰν ἀγρότειραν αὐλάν (: Ηλέκτρα, κόρη του Αγαμέμονα ήρθαμε στο αγροτική αυλή σου, γιατί ...
  3. επίθετο του Ερμή
    Διὸς ἀγγέλῳ σὺν Ἑρμᾷ, τῷ Μαίας ἀγροτῆρι κούρῳ· (με τον αγγελιοφόρο του Δία τον Ερμή, της Μαίας τον προστάτη των εξοχών - της Μαίας το γιο των αγρών)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]