αγρότης
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | αγρότης | οι | αγρότες |
| γενική | του | αγρότη | των | αγροτών |
| αιτιατική | τον | αγρότη | τους | αγρότες |
| κλητική | αγρότη | αγρότες | ||
| Κατηγορία όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||


Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αγρότης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀγρότης[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /aˈɣɾo.tis/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐γρό‐της
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αγρότης αρσενικό (θηλυκό αγρότισσα)
- (επάγγελμα) ο καλλιεργητής της γης, ο γεωργός, ο παραγωγός
- ※ Οι αγρότες χρησιμοποιούσαν το απαρχαιωμένο ησιόδειο άροτρο, που χάραζε την επιφάνεια του εδάφους σε βάθος μόλις τριών εκατοστών και δεν ανακάτευε καλά το έδαφος ώστε να ανανεωθούν οι δυνατότητές του. (Ευάγγελος Α. Χεκίμογλου, Η ιστορία της βιομηχανίας τροφίμων, εκδ. Κέρκυρα, 2006, σελ. 15)
Πολλοί νέοι επιστρέφουν στην ύπαιθρο για να εργαστούν ως αγρότες, επενδύοντας σε βιολογικές καλλιέργειες.
Σύνθετα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
αγρότης στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ αγρότης - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναύτης' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Επαγγέλματα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)