κυνηγετικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κυνηγετικός η κυνηγετική το κυνηγετικό
      γενική του κυνηγετικού της κυνηγετικής του κυνηγετικού
    αιτιατική τον κυνηγετικό την κυνηγετική το κυνηγετικό
     κλητική κυνηγετικέ κυνηγετική κυνηγετικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κυνηγετικοί οι κυνηγετικές τα κυνηγετικά
      γενική των κυνηγετικών των κυνηγετικών των κυνηγετικών
    αιτιατική τους κυνηγετικούς τις κυνηγετικές τα κυνηγετικά
     κλητική κυνηγετικοί κυνηγετικές κυνηγετικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κυνηγετικός < κυνηγέτης

Επίθετο[επεξεργασία]

κυνηγετικός και κυνηγητικός

  1. εκείνος που του αρέσει το κυνήγι, που είναι καλός σε αυτό ή κατάλληλος για αυτό
    κυνηγετικό όπλο
    κυνηγετική καραμπίνα
    κυνηγετική περίοδος
    κυνηγετικός τύπος

Μεταφράσεις[επεξεργασία]