κυνήγι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κυνήγι κυνήγια
γενική κυνηγιού κυνηγιών
αιτιατική κυνήγι κυνήγια
κλητική κυνήγι κυνήγια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κυνήγι < κύων + άγω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κυνήγι ουδέτερο

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]

1. συμαίνει όταν ένας κυνηγός κάνει περιπολία σε ένα δάσος , για να σκοτώσει άγια ζώα της φύσης.