άγρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άγρα άγρες
γενική άγρας
αιτιατική άγρα άγρες
κλητική άγρα άγρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

άγρα < αρχαία ελληνική ἄγρα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

άγρα θηλυκό

  1. η θήρα, το κυνήγι
  2. το ψάρεμα
  3. (μεταφορικά) η επιδίωξη, η αναζήτηση
    • άγρα πελατών: αδίκημα που διαπράττει "όποιος παροτρύνει και παρενοχλεί με οποιοδήποτε τρόπο πρόσωπο ή ομάδα προσώπων να δεχθεί ή να αποκρούσει ταξιδιωτική ή μεταφορική υπηρεσία, υπηρεσίες εστίασης ή ψυχαγωγίας ή τουριστικού καταλύματος ή προϊόντα εμπορικού καταστήματος" (Ν. 3498/2006, άρθρο 53)


Εκφράσεις[]

οι υποψήφιοι αμολήθηκαν προς άγραν ψήφων

32πχ Μεταφράσεις[]