θήραμα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | θήραμα | τα | θηράματα |
| γενική | του | θηράματος | των | θηραμάτων |
| αιτιατική | το | θήραμα | τα | θηράματα |
| κλητική | θήραμα | θηράματα | ||
| Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- θήραμα < αρχαία ελληνική
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]θήραμα ουδέτερο
- το ζώο που πιάστηκε ή σκοτώθηκε στο κυνήγι
- το ζώο που κυνηγά ο θηρευτής του (όπως οι κυνηγοί)
- ※ Νυχτερίδα: το ζωντανό ηχητικό ραντάρ. Η νυκτερίδα εκπέμπει υπερήχους τους οποίους χρησιμοποιεί για να προσανατολίζεται και να εντοπίζει το θήραμά της (Νικόλαος Αντωνίου, Παναγιώτης Δημητριάδης, Κωνσταντίνος Καμπούρης, Κωνσταντίνος Παπαμιχάλης, Λαμπρινή Παπατσίμπα, Φυσική (Γ' Γυμνασίου) - Βιβλίο Μαθητή (Εμπλουτισμένο), Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, ανακτήθηκε στις 24/1/2026 )