θηρευτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική θηρευτικός θηρευτική θηρευτικό
γενική θηρευτικού θηρευτικής θηρευτικού
αιτιατική θηρευτικό θηρευτική θηρευτικό
κλητική θηρευτικέ θηρευτική θηρευτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική θηρευτικοί θηρευτικές θηρευτικά
γενική θηρευτικών θηρευτικών θηρευτικών
αιτιατική θηρευτικούς θηρευτικές θηρευτικά
κλητική θηρευτικοί θηρευτικές θηρευτικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θηρευτικός < θηρευτής

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

θηρευτικός, -ή, -ό

  1. σχετικός με το κυνήγι


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]