κυνηγός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κυνηγός οι κυνηγοί
      γενική του κυνηγού των κυνηγών
    αιτιατική τον κυνηγό τους κυνηγούς
     κλητική κυνηγέ κυνηγοί
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κυνηγός < αρχαία ελληνική κύων (σκύλος) γενική κυνός + άγω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κυνηγός αρσενικό

  1. αυτός που ασχολείται με το κυνήγι, ο θηρευτής (η λέξη οφείλει το σχηματισμό της στο ότι το κυνήγι συνήθως γίνεται με σκύλους)
  2. ο επιθετικός παίκτης στο ποδόσφαιρο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]