σκύλος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | σκύλος | οι | σκύλοι |
| γενική | του | σκύλου | των | σκύλων |
| αιτιατική | τον | σκύλο | τους | σκύλους |
| κλητική | σκύλε | σκύλοι | ||
| Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σκύλος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή σκύλος < αρχαία ελληνική σκύλαξ (κουτάβι)[1][2]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈsci.los/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : σκύ‐λος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σκύλος αρσενικό (θηλυκό σκύλα)
- (θηλαστικό ζώο) σαρκοβόρο κατοικίδιο θηλαστικό που ομοιάζει με το λύκο.
Το θηλυκό του σκύλου ονομάζεται σκύλα και το μικρό του σκυλάκι ή κουτάβι.
ο σκύλος γαβγίζει- ※ Ἕνα βλαχόπουλο ἔτρεχε πρὸς τὰ κεῖ, φωνάζοντας τὸ σκύλο. Ἔφτασε, ἅρπαξε τὸ σκύλο ἀπὸ τὸ μαλλιαρό του λαιμό, καὶ σηκώνοντας τὴν ἀγκλίτσα του, ἔκανε πὼς θὰ τὸν τσακίση στὸ ξύλο. Ὁ σκύλος κάθισε κάτω καὶ μαζεύτηκε. Τὸ βλαχόπουλο ἦταν ἕνα παιδάκι. Ὁ σκύλος δυὸ φορὲς σὰν αὐτό (Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Τα ψηλά βουνά, κεφάλαιο: Ένα βλαχόπουλο που δε λέει πολλά λόγια, α' έκδοση, 1918)
- (ναυτική αργκό) το σκυλόψαρο ή καρχαρίας
- (μεταφορικά) κακός άνθρωπος, σκληρόκαρδος
- (μεταφορικά) σκληροτράχηλος άνθρωπος που δείχνει μεγάλη αντοχή σε ταλαιπωρίες
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- εγώ το λέω στο σκύλο μου κι ο σκύλος στην ουρά του: για δουλειά που ανατίθεται από τον έναν στον άλλον με αποτέλεσμα να μην πραγματοποιείται
- σαν το σκύλο με τη γάτα
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]- Νεοελληνικές λέξεις με πρόθημα σκυλο- στο Βικιλεξικό
- Νεοελληνικές λέξεις με επίθημα -σκυλο στο Βικιλεξικό
|
σκυλο- |
-σκυλο |
Υπώνυμα
[επεξεργασία]Διαλεκτικοί τύποι
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
σκύλος στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία]ΕΚΚΡΕΜΟΤΗΤΑ να μπουν σε αλφαβητική σειρά
(ναυτική) το σκυλόψαρο ή καρχαρίας
|
σκληροτράχηλος άνθρωπος
|
Μεταφράσεις προς κατάταξη κατά έννοια
σκύλος
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ σκύλος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση) δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τὸ | σκύλος | τὰ | σκύλα | ||||
| γενική | τοῦ | σκύλεος - σκύλους | τῶν | σκύλων | ||||
| δοτική | τῷ | σκύλει - σκύλεϊ | τοῖς | σκύλοις | ||||
| αιτιατική | τὸ | σκύλος | τὰ | σκύλα | ||||
| κλητική ὦ! | σκύλος | σκύλα | ||||||
| Ενικός: κατά την 3η κλίση όπως το βέλος. Πληθυντικός: κατά τη 2η κλίση. | ||||||||
| ανώμαλη κλίση, Κατηγορία 'ετερόκλιτα' όπως «ανώμαλα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σκύλος < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σκύλος, -εος/ους [ῠ] ουδέτερο (ελληνιστική κοινή)
- (αρχικά) δέρμα ζώου
- δείτε και σκῦτος
- (βοτανική) τσόφλι καρπού (όπως καρυδιού)
- ποιητικός τύπος του σκῦλον
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη σκύλαξ
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- σκύλος - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- σκύλος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Θηλαστικά (νέα ελληνικά)
- Ζώα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με αρχαίες κλίσεις (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά ετερόκλιτα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ανώμαλα (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά ανώμαλα ουδέτερα (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (ελληνιστική κοινή)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (αρχαία ελληνικά)
- Ελληνιστική κοινή
- Ουσιαστικά (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Βοτανική (ελληνιστική κοινή)
- Ποιητικοί τύποι
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)