σκύλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκύλος σκύλοι
γενική σκύλου σκύλων
αιτιατική σκύλο σκύλους
κλητική σκύλε σκύλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκύλος < ελληνιστική κοινή σκύλος < αρχαία ελληνική σκυλάκιον < σκύλαξ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈsci.lɔs/
ένας σκύλος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σκύλος αρσενικό(θηλυκό σκύλα)

  1. (ζωολογία) σαρκοβόρο κατοικίδιο θηλαστικό που ομοιάζει με το λύκο. Το θηλυκό του ονομάζεται σκύλαδείτε τη λέξη: και το μικρό του σκυλάκιδείτε τη λέξη: ή κουτάβιδείτε τη λέξη: .
    ο σκύλος γαβγίζει
  2. (ναυτική αργκό) το σκυλόψαρο ή καρχαρίας
  3. (μεταφορικά) κακός άνθρωπος, σκληρόκαρδος
  4. (μεταφορικά) σκληροτράχηλος άνθρωπος που δείχνει μεγάλη αντοχή σε ταλαιπωρίες

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • εγώ το λέω στο σκύλο μου κι ο σκύλος στην ουρά του: για δουλειά που ανατίθεται από τον έναν στον άλλον με αποτέλεσμα να μην πραγματοποιείται
  • τρώγονται σαν το σκύλο με τη γάτα : τσακώνονται διαρκώς

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Υποκοριστικά[επεξεργασία]

μεγεθυντικό[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]