can

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας can
γ΄ ενικό ενεστώτα can
αόριστος could
παθητική μετοχή
ενεργητική μετοχή
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

can (en)

  1. μπορώ, δύναμαι, έχω τη δυνατότητα
  2. κονσερβοποιώ
  3. (αμερικανικό)
    1. (αργκό) απολύω
    2. (αργκό) κόβω, σταματώ

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
can cans

can (en)

  1. μεταλλικό δοχείο, κονσέρβα, μπιτόνι, τενεκές, τενεκεδάκι
  2. κονσέρβα (το περιεχόμενο)
  3. (αργκό, ΗΠΑ) φυλακή

Εκφράσεις[επεξεργασία]



Βενετικά (vec)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

can (vec)



Τουρκικά (tr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

can < (κληρονομημένο) οθωμανική τουρκική جان (can) <(άμεσο δάνειο) περσική جان (jân) << μέση περσική 𐫃𐫏𐫀𐫗 (gyān) <<< σανσκριτική व्यान (vyāná) [1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈd͡ʒɑn/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

can (tr)

  1. άυλη οντότητα που επιτρέπει σε ανθρώπους και ζώα να ζουν και χωρίζεται από το σώμα μετά το θάνατο, ψυχή, η βασική αρχή της ύπαρξης και της ζωής
  2. ζην, ζωή, επιβίωση
     συνώνυμα: hayat, yaşam, yaşama
  3. δύναμη, ζωντάνια, ζωτικότητα, σθένος
     συνώνυμα: güç, dirilik
  4. άτομο, πρόσωπο, άνθρωπος
  5. η ύπαρξη ενός ανθρώπου, η ουσία και ο πυρήνας του
  6. καρδιά, το μέρος που θεωρείται η πηγή των αισθημάτων, των παθών, της ηθικής
     συνώνυμα: gönül, kalp, yürek
  7. αδελφός του τάγματος σύμφωνα με τις σέκτες των Μπεκτασήδων και των Μεβλεβήδων

Κλίση[επεξεργασία]

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. can - μονόγλωσσο τουρκικό Ετυμολογικό Λεξικό «Türkçe Etimolojik Sözlük» (2002) του Sevan Nişanyan



Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

can (it) (διαλεκτικά της Εμίλια-Ρομάνια)