fire

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: FIRE

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

fire < μέση αγγλική fier < αγγλοσαξονική fyr

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
fire fires

fire (en)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας fire
γ΄ ενικό ενεστώτα fires
αόριστος fired
παθητική μετοχή fired
ενεργητική μετοχή firing

fire (en)

  1. ανάβω φωτιά
  2. πυροβολώ
  3. εκπυρσοκροτώ