Μετάβαση στο περιεχόμενο

fireproof

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός fireproof
συγκριτικός more fireproof
υπερθετικός most fireproof

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
fireproof < fire + -proof

Επίθετο

[επεξεργασία]

fireproof (en)