able
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | able |
| συγκριτικός | abler / more able |
| υπερθετικός | ablest / most able |
| abler και ablest μόνο για την δεύτερη σημασία | |
able (en)
- (ως modal verb, able to do something) μπορώ να, είμαι ικανός να, έχω την ικανότητα να κάνω κάτι
Are you able to swim?
- Μπορείς να κολυμπήσεις;
Will you be able to come?
- Θα μπορέσεις να έρθεις;
You must be able to speak Greek for this job.
- Πρέπει να μπορείς να μιλάς ελληνικά για αυτή τη δουλειά.
We're still able to get visas to come and go from Thailand.
- Μπορούμε ακόμα να παίρνουμε βίζες για να πηγαινοερχόμαστε στην Ταϊλάνδη.
I am not able to walk.
- Δεν μπορώ να περπατήσω.
I was not able to go yesterday.
- Δεν μπόρεσα να πάω χτες.
I have only been able to find one chair.
- Μπόρεσα να βρω μόνο μία διαθέσιμη καρέκλα.
He had been able to run for many miles before the accident.
- Μπορούσε να τρέχει για πολλά χιλιόμετρα πριν το ατύχημα.
I will be able to help you in a few minutes.
- Θα μπορέσω να σε βοηθήσω σε λίγα λεπτά.
Once I finish the class, I am going to be able to speak perfect English.
- Μόλις τελειώσω το μάθημα, θα μπορώ να μιλάω άπταιστα αγγλικά.
After such a long trip, he will have been able to see all his family.
- Μετά από τόσο μακρινό ταξίδι, θα έχει καταφέρει να δει όλη του την οικογένεια.
I would be able to see him if he came early.
- Θα μπορούσα να τον δω αν έρθει νωρίς.
I would have been able to see him if he came early.
- Θα μπορούσα να τον είχα δει αν είχε έρθει νωρίς.
Being able to swim is important.
- Το να μπορείς να κολυμπάς είναι σημαντικό.
Freedom is being able to whatever I want, if I don’t others.
- Ελευθερία είναι να μπορώ να κάνω ό,τι θέλω, αν αυτό δε βλάπτει τους άλλους.
Being able to walk to work is a bonus of the new job.
- Το ότι μπορώ να πηγαίνω με τα πόδια στη δουλειά είναι ένα επιπλέον πλεονέκτημα της νέας δουλειάς.
Are you really willing and able to do what is necessary
- Είσαι πραγματικά πρόθυμος και ικανός να κάνεις αυτό που χρειάζεται;
An illness left her barely able to walk.
- Μια αρρώστια την άφησε σχεδόν ανίκανη να περπατήσει.
Healthy individuals are more able to fight the disease.
- Τα υγιή άτομα έχουν μεγαλύτερη ικανότητα να αντιμετωπίσουν την ασθένεια.
These families are less able to afford a balanced, healthy diet.
- Αυτές οι οικογένειες έχουν λιγότερη οικονομική δυνατότητα να αγοράσουν μια ισορροπημένη, υγιεινή διατροφή.
- → δείτε το modal verb can
- ικανός, έξυπνος και άξιος
Πηγές
[επεξεργασία]- able - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 574. ISBN 9780194325684., λήμμα: μπορώ