Μετάβαση στο περιεχόμενο

be able to

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
be able to <  δείτε τις λέξεις be, able και to

be able to (en)

  •  δείτε τη λέξη able