may

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

ενεστώτας may
γ΄ ενικό ενεστώτα may
αόριστος might
παθητική μετοχή
ενεργητική μετοχή
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

Ρήμα[επεξεργασία]

may (en)

  1. (modal verb) μπορεί να, μπορώ, θα μπορούσα, υπάρχει η πιθανότητα
    Smoking may cause cancer.
    Το κάπνισμα μπορεί να προκαλέσει καρκίνο.
    It may rain.
    Μπορεί να βρέχει.
    I may go and I may not go.
    Μπορεί να πάω, μπορεί και να μην πάω.
    I may see him if he comes early.
    Θα μπορούσα να τον δω αν έρθει νωρίς.
    Mistakes which may cost me dearly.
    Λάθη που μπορούν να μου στοιχίσουν ακριβά
     συνώνυμα: can, might, could
  2. (modal verb, επίσημο) μπορώ, για άδεια ή παράκληση
    May I go out, sir?
    Μπορώ να πάω έξω, κύριε;
    You may go now.
    Μπορείτε να πηγαίνετε τώρα.
    He said I may leave.
    Είπε ότι μπορούσα να φύγω.
     συνώνυμα: can, could, might
  3. (modal verb, επίσημο) μακάρι να, χρησιμοποιείται να δηλώσει ευχή
    May you achieve what you want in life!
    Μακάρι να πετύχεις ό,τι θέλεις στη ζωή σου!
    May everything happen the way you want.
    Μακάρι να γίνουν όλα όπως θες.
    May you have good luck.
    Σου εύχομαι καλή τύχη.
  4. μήπως, μπορώ, χρησιμοποιείται να δηλώσει πρόταση ή πιθανότητα ευγενικά
    You may want to put more sugar in the sauce.
    Μπορεί να θέλετε να βάλετε περισσότερη ζάχαρη στη σάλτσα.
    Is it possible he may be at home?
    Μήπως είναι σπίτι;
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη could

Πηγές[επεξεργασία]