θηλυκός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο θηλυκός η θηλυκή
θηλυκιά
το θηλυκό
      γενική του θηλυκού της θηλυκής
θηλυκιάς
του θηλυκού
    αιτιατική τον θηλυκό τη θηλυκή
θηλυκιά
το θηλυκό
     κλητική θηλυκέ θηλυκή
θηλυκιά
θηλυκό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι θηλυκοί οι θηλυκές τα θηλυκά
      γενική των θηλυκών των θηλυκών των θηλυκών
    αιτιατική τους θηλυκούς τις θηλυκές τα θηλυκά
     κλητική θηλυκοί θηλυκές θηλυκά
Κατηγορία όπως «θηλυκός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

θηλυκός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική θηλυκός < θῆλυς

Επίθετο[επεξεργασία]

θηλυκός, -ή και -ιά, -ό

  1. που αναφέρεται στο βιολογικό φύλο που γεννά
  2. που ταιριάζει ή προσιδιάζει στο βιολογικό αυτό φύλο
  3. (γραμματική) → δείτε τη λέξη θηλυκό
  4. (για εξαρτήματα μηχανισμών ή συσκευών) που έχει υποδοχή μέσα στην οποία εισέρχεται το αντίστοιχο αρσενικό εξάρτημα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

θέματα θηλυκ- και θηλυ- από το θῆλυς

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

θηλυκός < θῆλ(υς) + -ικός

Επίθετο[επεξεργασία]

θηλυκός

  1. γυναικείος που συμπεριφέρεται ή μοιάζει με γυναίκα
     αντώνυμα: ἀρρενωπός
  2. γυναικείος, που αναφέρεται ή ανήκει σε γυναίκα
  3. (γραμματική) θηλυκό, θηλυκού γένους
     συνώνυμα: θηλυκός
    ※  Αριστοφάνης (445-386 πΚΕ, Νεφέλαι (423 πΚΕ), στίχος 581-682 Μετάφραση: Θρασύβουλος Σταύρου
    [Σκηνή: Ο Σωκράτης κάνει μάθημα στον Στρεψιάδη]
    ἔτι δέ γε περὶ τῶν ὀνομάτων μαθεῖν σε δεῖ, / ἅττ᾽ ἄρρεν᾽ ἐστίν, ἅττα δ᾽ αὐτῶν θήλεα.
    Τα ονόματα προσώπων πρέπει ακόμα να μάθεις· ποιά είν᾽ αντρίκεια, ποιά γυναίκεια.
    ※  Αριστοτέλης (384-322 πΚΕ), Ποιητική, 1458a10 Μετάφραση: Δημήτριος Λυπουρλής
    αὐτῶν δὲ τῶν ὀνομάτων τὰ μὲν ἄρρενα τὰ δὲ θήλεα τὰ δὲ μεταξύ, ἄρρενα μὲν ὅσα τελευτᾷ εἰς τὸ Ν καὶ Ρ καὶ Σ καὶ ὅσα ἐκ τούτου σύγκειται (ταῦτα δ᾽ ἐστὶν δύο, Ψ καὶ Ξ), θήλεα δὲ ὅσα ἐκ τῶν φωνηέντων εἴς τε τὰ ἀεὶ μακρά, οἷον εἰς Η καὶ Ω, καὶ τῶν ἐπεκτεινομένων εἰς Α
    Αυτά καθεαυτά τα ονόματα είναι άλλα τους αρσενικά, άλλα θηλυκά και άλλα ενδιάμεσα. Αρσενικά είναι όσα λήγουν σε Ν, σε Ρ και σε Σ, καθώς και σ᾽ αυτά που έχουν μέσα τους το Σ (αυτά είναι δύο: το Ψ και το Ξ). Θηλυκά είναι όσα λήγουν στα φωνήεντα που είναι πάντοτε μακρά (τέτοια είναι π.χ. το Η και το Ω) και στο μακρό από έκταση Α.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]