θηλυκός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική θηλυκός θηλυκή, θηλυκιά θηλυκό
γενική θηλυκού θηλυκής, θηλυκιάς θηλυκού
αιτιατική θηλυκό θηλυκή, θηλυκιά θηλυκό
κλητική θηλυκέ θηλυκή, θηλυκιά θηλυκό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική θηλυκοί θηλυκές θηλυκά
γενική θηλυκών θηλυκών θηλυκών
αιτιατική θηλυκούς θηλυκές θηλυκά
κλητική θηλυκοί θηλυκές θηλυκά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

θηλυκός < αρχαία ελληνική θηλυκός

Open book 01.svg Επίθετο[]

θηλυκός, -ή και -ιά, -ό

  1. που αναφέρεται στο βιολογικό φύλο που γεννά
  2. που ταιριάζει ή προσιδιάζει στο βιολογικό αυτό φύλο
  3. (γραμματική) που αναφέρεται στο δεύτερο από τα γένη των ονομάτων και των αντωνυμιών, αυτό που συνήθως αναφέρεται σε βιολογικά όντα του αντίστοιχου φύλου, είναι δυνατόν όμως, ανάλογα με τη γλώσσα, να αναφέρεται και σε βιολογικά όντα χωρίς να προσδιορίζεται το φύλο τους ή και σε αντικείμενα ή αφηρημένες έννοιες
    τα ουσιαστικά γυναίκα, αντιλόπη, βιβλιοθήκη, ελευθερία είναι θηλυκού γένους
  4. (για εξαρτήματα μηχανισμών ή συσκευών) που έχει υποδοχή μέσα στην οποία εισέρχεται το αντίστοιχο αρσενικό εξάρτημα

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

θηλυκός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[]

θηλυκός

  1. γυναικείος που συμπεριφέρεται ή μοιάζει με γυναίκα
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα ἀρρενωπός
  2. γυναικείος, που αναφέρεται ή ανήκει σε γυναίκα
  3. (γραμματική) θηλυκός