θηλιά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η θηλιά οι θηλιές
      γενική της θηλιάς των θηλιών
    αιτιατική τη θηλιά τις θηλιές
     κλητική θηλιά θηλιές
όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
η θηλιά της κρεμάλας

Ετυμολογία [επεξεργασία]

θηλιά < μεσαιωνική ελληνική θηλεά < αρχαία ελληνική θήλεια, θηλυκό του επιθέτου θῆλυς

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θηλιά θηλυκό

  1. σχοινί ή κορδόνι ή σύρμα ή άλλο παρόμοιο που σχηματίζει κυκλικό κόμπο του οποίου το άνοιγμα αυξομειώνεται
  2. ο βρόχοςκρεμάλα)
  3. νήμα σε ρούχα που σχηματίζει κύκλο και χρησιμεύει για να τα κρεμάμε ή να περάσει από μέσα ένα κουμπί


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Μεταφράσεις[επεξεργασία]