Μετάβαση στο περιεχόμενο

υποδοχή

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : ὑποδοχή

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η υποδοχή οι υποδοχές
      γενική της υποδοχής των υποδοχών
    αιτιατική την υποδοχή τις υποδοχές
     κλητική υποδοχή υποδοχές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
υποδοχή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὑποδοχή < ὑποδέχομαι < ὑπό (υπο-) + δέχομαι

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /i.po.ðoˈçi/
τυπογραφικός συλλαβισμός : υ‐πο‐δο‐χή

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

υποδοχή θηλυκό

  1. η φιλοξενία κάποιου προσώπου που έρχεται, με την απόδοση ή όχι των τιμών που επιβάλλουν τα έθιμα ή οι τύποι
    παράδειγμα  οι νησιώτες επεφύλαξαν θερμή υποδοχή στον νέο βουλευτή
  2. ο τρόπος αντιμετώπισης κάποιου καινούργιου πράγματος
    παράδειγμα  η υποδοχή του βιβλίου του από τους αναγνώστες ήταν χλιαρή
  3. (τεχνολογία) εγκοπή ή κοίλωμα ενός μηχανήματος ή μιας συσκευής που έχει κατασκευαστεί ένα εξάρτημα ή όργανο
    ≈ συνώνυμα: υποδοχέας
    παράδειγμα  έχεις υποδοχή για USB στον υπολογιστή σου;
  4. η παραλαβή
    ※  Στην πράξη αναφέρεται σε μη εγκατεστημένους μεταφορείς οι οποίοι, αντί να επιστρέψουν χωρίς φορτίο έπειτα από μια διεθνή μεταφορά, αναλαμβάνουν την παράδοση και άλλου φορτίου στη χώρα υποδοχής προτού φτάσουν και πάλι στα σύνορα. Ο κανονισμός αυτός έδινε τη δυνατότητα στους μεταφορείς που διέθεταν κοινοτική άδεια, η οποία είχε εκδοθεί από κράτος μέλος, να παρέχουν υπηρεσίες οδικών εμπορευματικών μεταφορών σε άλλα κράτη μέλη υπό την προϋπόθεση ότι οι υπηρεσίες αυτές παρέχονταν σε προσωρινή βάση. (*)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

→ και δείτε τη λέξη δέχομαι

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]