αρσενικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αρσενικός αρσενική
αρσενικιά
αρσενικό
γενική αρσενικού αρσενικής
αρσενικιάς
αρσενικού
αιτιατική αρσενικό αρσενική
αρσενικιά
αρσενικό
κλητική αρσενικέ αρσενική
αρσενικιά
αρσενικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αρσενικοί αρσενικές αρσενικά
γενική αρσενικών αρσενικών αρσενικών
αιτιατική αρσενικούς αρσενικές αρσενικά
κλητική αρσενικοί αρσενικές αρσενικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αρσενικός < από το αρχαίο ελληνικό άρσην ή άρσεν, συγγενές προς το ζενδικό arshan = άνδρας

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αρσενικός, -ή/-ιά, -ό

  1. ο σχετικός με άνδρα
  2. ο σχετικός με άνθρωπο, ζώο ή φυτό που γονιμοποιεί
  3. ο σχετικός με εργαλείο ή εξάρτημα που εισολκεί σε έτερο
    "αρσενικός σύνδεσμος μάνικας"

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

  1. (αργκό): αυτός που δεν προδίδει κατά την ανάκριση (στη γλώσσα των κακοποιών)

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]