cane
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| cane | canes |
cane (en)
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | cane |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | canes |
| αόριστος | caned |
| παθητική μετοχή | caned |
| ενεργητική μετοχή | caning |
cane (en)
- ραβδίζω
I caned him so he wouldn’t do it again.
- Τον ράβδισα για να μην το ξανακάνει.
Πηγές
[επεξεργασία]
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| cane | canes |
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]cane (fr) θηλυκό
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη canard
Ιταλικά (it)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]cane (it)
- (θηλαστικό ζώο) ο σκύλος
Κατηγορίες:
- Αγγλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (αγγλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά)
- Ρήματα (αγγλικά)
- Ρήματα που κλίνονται όπως το 'love' (αγγλικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (γαλλικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (γαλλικά)
- Ομόηχα (γαλλικά)
- Γαλλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (γαλλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (γαλλικά)
- Πτηνά (γαλλικά)
- Ζώα (γαλλικά)
- Ιταλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (ιταλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ιταλικά)
- Θηλαστικά (ιταλικά)
- Ζώα (ιταλικά)