τσοπανόσκυλο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τσοπανόσκυλο τα τσοπανόσκυλα
      γενική του τσοπανόσκυλου των τσοπανόσκυλων
    αιτιατική το τσοπανόσκυλο τα τσοπανόσκυλα
     κλητική τσοπανόσκυλο τσοπανόσκυλα
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσοπανόσκυλο < από το τσοπάνης/ος και το σκύλος σκύλος του τσοπάνη

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τσοπανόσκυλο ουδέτερο και τσομπανόσκυλο

  1. σκύλος εκπαιδευμένος ή όχι που χρησιμοποιείται για τη φύλαξη κοπαδιού κυρίως από πρόβατα και κατσίκια
  2. λαϊκή ονομασία του επιστημονικού χαρακτηρισμού ποιμενικός

Μεταφράσεις[επεξεργασία]