σκυλεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκυλεύω < αρχαία ελληνική σκυλεύω

Ρήμα[επεξεργασία]

σκυλεύω

  1. γυμνώνω τον αντίπαλο που σκότωσα στη μάχη από τα όπλα του και τα παίρνω ως λάφυρα
  2. βεβηλώνω ένα νεκρό ή ένα τάφο
  3. (μεταφορικά) λεηλατώ

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκυλεύω < από το ουσιαστικό σκῦλον

Ρήμα[επεξεργασία]

σκυλεύω

  • γυμνώνω τον αντίπαλο που σκότωσα στη μάχη από τα όπλα του και τα παίρνω ως λάφυρα

Συνώνυμα[επεξεργασία]