Μετάβαση στο περιεχόμενο

σκύλα

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Σκύλλα, σκῦλα

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σκύλα οι σκύλες
      γενική της σκύλας
    αιτιατική τη σκύλα τις σκύλες
     κλητική σκύλα σκύλες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈsci.la/
τυπογραφικός συλλαβισμός: σκύλα
ομόηχο: Σκύλλα

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
σκύλα < σκύλ(ος) + κατάληξη θηλυκού

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σκύλα θηλυκό

  1. (ζώο) ο θηλυκός σκύλος
  2. (υβριστικό) πολύ σκληρή γυναίκα, χωρίς αισθήματα, άσπλαχνη
      μια πέρδικα της άπαντα, μια πέρδικα της λέγει: | «Μωρή σκύλα, μωρή άνομη, μωρή μαριολεμένη, | εγώ έχω δεκαοχτώ πουλιά, πάσχω να τ' ανεθρέψω | κι εσύ έκανες χρυσόν υγιό, πας να τον ρεματίσεις.»
    «Μια μάνα που 'χε έναν γιο» (νανούρισμα) στο: Λέσβος Αιολίς: Τραγούδια και χοροί της Λέσβου @youtube (συλλογή-επιμέλεια: Νίκος Διονυσόπουλος, Επιτροπή Ερευνών Πανεπιστημίου Αιγαίου / Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1996)
      [...] εσείς οι Αχαιοί, | για χάρη μου, μιας άθλιας σκύλας, φτάσατε κάτω από την Τροία | κι ανοίξατε τον άγριο πόλεμο.»
    Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 4 (δ), στίχ. 45 Μετάφραση σε ελεύθερο στίχο (2006): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, @greeklanguage.gr
    Σκύλα που συγκρατεί ένα μολύβι.
  3. εργαλείο παρόμοιο με πένσα, με ρυθμιζόμενο άνοιγμα και ειδικό μηχανισμό ο οποίος παρέχει τη δυνατότητα να παραμένει σφιχτό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τα σκύλα
      γενική των σκύλων
    αιτιατική τα σκύλα
     κλητική σκύλα
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
σκύλα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σκῦλα, πληθυντικός του σκῦλον

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σκύλα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]