σκύλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Σκύλλα

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκύλα σκύλες
γενική σκύλας
αιτιατική σκύλα σκύλες
κλητική σκύλα σκύλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δείτε τη λέξη: σκύλος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σκύλα (3) που συγκρατεί ένα μολύβι

σκύλα θηλυκό

  1. το θηλυκό σκυλί
  2. (υβριστικά) πολύ σκληρή γυναίκα, χωρίς αισθήματα
  3. εργαλείο παρόμοιο με πένσα, με ρυθμιζόμενο άνοιγμα και ειδικό μηχανισμό ο οποίος παρέχει τη δυνατότητα να παραμένει σφιχτό

32πχ Μεταφράσεις[]