suka

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Λετονικά (lv) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

suka (lv)



Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈsu.ka/
suka 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

suka (pl) θηλυκό

  1. η σκύλα, ο θηλυκός σκύλος
  2. (μεταφορικά), (υβριστικό) η σκύλα
  3. (αργκό) η αστυνομική κλούβα



Φινλανδικά (fi) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

suka (fi)