Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

bitch (en)

  1. η σκύλα (το θηλυκό σκυλί ή υβριστικός χαρακτηρισμός)
  2. (χυδαίο) ο/η παθητικός/ή σε μια σχέση (συχνά ειρωνικά για κάποιον που ηττήθηκε)
    You are going down! You're so gonna be my bitch tonight."


  • life's a bitch and then you die (επίσης: life's a bitch): δηλώνει γενική απαισιοδοξία

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

bitch (en)

  1. παραπονιέμαι, γκρινιάζω
    quit bitching about the problem and do something about it