bitch
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| bitch | bitches |
bitch (en)
- η σκύλα (το θηλυκό σκυλί ή υβριστικός χαρακτηρισμός)
- (χυδαίο) ο/η παθητικός/ή σε μια σχέση (συχνά ειρωνικά για κάποιον που ηττήθηκε)
You are going down! You're so gonna be my bitch tonight. → λείπει η μετάφραση
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- life's a bitch and then you die (επίσης: life's a bitch): δηλώνει γενική απαισιοδοξία
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | bitch |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | bitches |
| αόριστος | bitched |
| παθητική μετοχή | bitched |
| ενεργητική μετοχή | bitching |
bitch (en)
- παραπονιέμαι, γκρινιάζω
Quit bitching about the problem and do something about it - Σταμάτα να γκρινιάζεις για το πρόβλημα και κάνε κάτι γι' αυτό.