πένσα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πένσα πένσες
γενική πένσας πενσών
αιτιατική πένσα πένσες
κλητική πένσα πένσες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πένσα < → Η ετυμολογία λείπει.
μια πένσα (εργαλείο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πένσα θηλυκό

  • εργαλείο με λαβή σαν του ψαλιδιού και δύο μεταλλικές λαβίδες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν από έναν τεχνίτη για να κρατήσει ακίνητο ένα άλλο αντικείμενο. Ανάμεσα στις δύο λαβίδες σχηματίζεται ένα κυκλικό κενό και κάτω από αυτό υπάρχει ένας κόφτης που μπορεί να κόψει ένα σύρμα.

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]