λαγωνικό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λαγωνικό λαγωνικά
γενική λαγωνικού λαγωνικών
αιτιατική λαγωνικό λαγωνικά
κλητική λαγωνικό λαγωνικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λαγωνικό < μεσαιωνική ελληνική < από παραφθορά του όρου λακωνικός (κύων) λόγω της παρετυμολογικής επίδρασης του λαγός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

λαγωνικό ουδέτερο

  1. σκύλος εκπαιδευμένος για το κυνήγι
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κυνηγόσκυλο, ζαγάρι
  2. (μεταφορικά) αστυνομικός με μεγάλη ικανότητα στη διερεύνηση εγκληματικών υποθέσεων
  3. (μεταφορικά) δημοσιογράφος (ρεπόρτερ) με μεγάλη ικανότητα στην ανακάλυψη σημαντικών ειδήσεων


32πχ Μεταφράσεις[]