εκπαιδευμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εκπαιδευμένος εκπαιδευμένη εκπαιδευμένο
γενική εκπαιδευμένου εκπαιδευμένης εκπαιδευμένου
αιτιατική εκπαιδευμένο εκπαιδευμένη εκπαιδευμένο
κλητική εκπαιδευμένε εκπαιδευμένη εκπαιδευμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εκπαιδευμένοι εκπαιδευμένες εκπαιδευμένα
γενική εκπαιδευμένων εκπαιδευμένων εκπαιδευμένων
αιτιατική εκπαιδευμένους εκπαιδευμένες εκπαιδευμένα
κλητική εκπαιδευμένοι εκπαιδευμένες εκπαιδευμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκπαιδευμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εκπαιδεύω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛk.pɛ.ðɛv.ˈmɛ.nɔs/

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

εκπαιδευμένος -η -ο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]