hound

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

hound (en)

  1. o σκύλος
  2. το κυνηγόσκυλο
    συνώνυμα: hunter


Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

hound (en)

  1. ζητώ με εμμονή κάτι από κάποιον, επιμένω ενοχλητικά, κυνηγώ
    quit hounding her to go out with you, she's not interested
    the paparazzi hounded the newlywed celebrity couple wherever they went