σκυλιάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκυλιάζω < μεσαιωνική ελληνική σκυλιάζω < σκύλος

Ρήμα[επεξεργασία]

σκυλιάζω

  1. οργίζομαι υπερβολικά και επίμονα, σχεδόν όπως ο εξαγριωμένος σκύλος
    σκυλιάζω απ' το κακό μου
    σκυλιάζω απ' τη ζήλια
  2. (μεταβατικό) κάνω κάποιον να σκυλιάσει

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]