ζήλια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ζήλια ζήλιες
γενική ζήλιας
αιτιατική ζήλια ζήλιες
κλητική ζήλια ζήλιες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζήλια < μεσαιωνική ελληνική ζήλεια / ζηλεία / ζηλία < αρχαία ελληνική ζηλόω / ζηλῶ < ζῆλος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *yeh₂-

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈzi.ʎa/
ομόηχα: ζήλεια, ζίλια

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ζήλια θηλυκό

  1. το συναίσθημα που νιώθει κάποιος, όταν επιθυμεί να αποκτήσει τα αντικείμενα ή τα χαρίσματα ή τις κοινωνικές συναναστροφές ενός άλλου προσώπου και το ανταγωνίζεται, θεωρώντας ότι τα αντίστοιχα δικά του είναι υποδεέστερα
  2. το συναίσθημα που νιώθει κάποιος, όταν επιθυμεί την αποκλειστικότητα της αγάπης ενός αγαπημένου προσώπου ή φοβάται ότι θα την χάσει

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]