ανταγωνίζομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἀνταγωνίζομαι

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανταγωνίζομαι < αρχαία ελληνική ἀνταγωνίζομαι < ἀντί ἀγωνίζομαι < ἀγών < ἄγω

Ρήμα[επεξεργασία]

ανταγωνίζομαι

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]