Μετάβαση στο περιεχόμενο

rival

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

rival (en)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
rival rivals

rival (en)

  • ο ανταγωνιστής, ο αντίπαλος
    παράδειγμα  business rivals - εμπορικοί ανταγωνιστές
    παράδειγμα  The company has now overtaken its main rival in terms of size and reach.
    Η εταιρεία έχει πλέον ξεπεράσει τον κύριο αντίπαλό της όσον αφορά το μέγεθος και την εμβέλεια.

Σύνθετα

[επεξεργασία]
ενεστώτας rival
γ΄ ενικό ενεστώτα rivals
αόριστος rivaled
παθητική μετοχή rivaled
ενεργητική μετοχή rivaling

rival (en)



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 
γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό rival rivaux
θηλυκό rivale rivales

Επίθετο

[επεξεργασία]

rival (fr)

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό rival rivaux
θηλυκό rivale rivales

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

rival (fr)