ανταγωνιστικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ανταγωνιστικός ανταγωνιστική ανταγωνιστικό
γενική ανταγωνιστικού ανταγωνιστικής ανταγωνιστικού
αιτιατική ανταγωνιστικό ανταγωνιστική ανταγωνιστικό
κλητική ανταγωνιστικέ ανταγωνιστική ανταγωνιστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανταγωνιστικοί ανταγωνιστικές ανταγωνιστικά
γενική ανταγωνιστικών ανταγωνιστικών ανταγωνιστικών
αιτιατική ανταγωνιστικούς ανταγωνιστικές ανταγωνιστικά
κλητική ανταγωνιστικοί ανταγωνιστικές ανταγωνιστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανταγωνιστικός < αρχαία ελληνική ἀνταγωνιστικός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /an.da.ɣɔ.ni.sti.ˈkɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ανταγωνιστικός, -ή, -ό

  1. που αναφέρεται στον ανταγωνισμό, που ανταγωνίζεται κάποιον ή κάτι

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]