Μετάβαση στο περιεχόμενο

ανταγωνισμός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ανταγωνισμός οι ανταγωνισμοί
      γενική του ανταγωνισμού των ανταγωνισμών
    αιτιατική τον ανταγωνισμό τους ανταγωνισμούς
     κλητική ανταγωνισμέ ανταγωνισμοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ανταγωνισμός, ήδη από το 1866 ως ἀνταγωνισμός[1] < ανταγωνίζομαι, ανταγωνισ- + -μός, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική competition ή από τη γαλλική compétition

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /an.da.ɣo.niˈzmos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ανταγωνισμός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ανταγωνισμός αρσενικό

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ἀνταγωνισμός - ανταγωνισμός, σελ.92, Τόμος Α΄ - Κουμανούδης, Στέφανος Αθ. (1900) Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2 (Εισαγωγή,@anemi). Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου