Μετάβαση στο περιεχόμενο

rivalry

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
rivalry < rival + -ry

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
rivalry rivalries

rivalry (en)

  • η αντιπαλότητα
    παράδειγμα  The rivalry between the two companies has lasted for years.
    Η αντιπαλότητα των δύο εταιρειών κρατάει εδώ και χρόνια.