concurrence

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

concurrence (en)



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

concurrence < concurrent

Προφορά[επεξεργασία]

concurrence 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

concurrence (fr) θηλυκό

  1. (παρωχημένο) συνάντηση
  2. ο ανταγωνισμός