Μετάβαση στο περιεχόμενο

competition

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: compétition

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
competition competitions

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

competition (en)

  1. ο διαγωνισμός, ο αγώνας, μια εκδήλωση στην οποία οι άνθρωποι ανταγωνίζονται μεταξύ τους για να βρουν ποιος τα καταφέρνει καλύτερα
    παράδειγμα  a poetry/painting/beauty competition - διαγωνισμός ποίησης/ζωγραφικής/ομορφιάς
    παράδειγμα  A competition was announced to fill ten vacant positions.
    Προκηρύσσεται διαγωνισμός για την πλήρωση δέκα κενών θέσεων.
    παράδειγμα  chess competitions - αγώνες σκακιού
  2. (μη μετρήσιμο) ο ανταγωνισμός, ο συναγωνισμός, μια κατάσταση στην οποία άνθρωποι ή οργανισμοί ανταγωνίζονται μεταξύ τους για κάτι που δεν μπορούν να έχουν όλοι
    παράδειγμα  free/trade competition - ελεύθερος/εμπορικός ανταγωνισμός
    παράδειγμα  cut-throat competition - εξοντωτικός ανταγωνισμός
    παράδειγμα  unfair competition - αθέμιτος ανταγωνισμός
    παράδειγμα  free economic competition - ελεύθερος οικονομικός συναγωνισμός
    παράδειγμα  Where there is competition there is also progress.
    Όπου υπάρχει συναγωνισμός υπάρχει και πρόοδος.
  3. (μόνο ενικός, the competition) οι ανταγωνιστές, οι άνθρωποι που ανταγωνίζονται κάποιον
    παράδειγμα  Go to the market and see what the competition is doing.
    Πήγαινε στην αγορά και βρες τι κάνουν οι ανταγωνιστές.