ζηλωτής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ζηλωτής οι ζηλωτές
      γενική του ζηλωτή των ζηλωτών
    αιτιατική τον ζηλωτή τους ζηλωτές
     κλητική ζηλωτή ζηλωτές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζηλωτής < αρχαία ελληνική (μιμητής, οπαδός) < ζηλόω / ζηλῶ

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /zi.lɔ.ˈtis/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ζηλωτής αρσενικό (θηλυκό: ζηλώτρια)

  1. κάποιος παθιασμένος με κάτι
  2. φανατικά θρήσκος

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • στον πληθ. ως ουσιαστικό οι ζηλωτές αποτελούσαν ένα εβραϊκό επαναστατικό κίνημα εναντίον των Ρωμαίων κατά τη στάση των ετών 66-70 μ.Χ.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]