μπέμπα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπέμπα μπέμπες
γενική μπέμπας
αιτιατική μπέμπα μπέμπες
κλητική μπέμπα μπέμπες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπέμπα < μπέμπης + < αγγλική baby

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπέμπα θηλυκό

  1. το θηλυκό μωρό
  2. (μεταφορικά) χαϊδευτικό για τη γυναίκα
  3. γλώσσα που μιλιέται κυρίως στη Ζάμπια και εν μέρει στις γειτονικές της χώρες

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]