μπέμπα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπέμπα μπέμπες
γενική μπέμπας
αιτιατική μπέμπα μπέμπες
κλητική μπέμπα μπέμπες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπέμπα < μπέμπης + < αγγλική baby

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπέμπα θηλυκό

  1. το θηλυκό μωρό
  2. (μεταφορικά) χαϊδευτικό για τη γυναίκα
  3. γλώσσα που μιλιέται κυρίως στη Ζάμπια και εν μέρει στις γειτονικές της χώρες

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]